επιτάξ

ἐπιτάξ (Α) [επιτάσσω] επίρρ.
1. κατά σειρά («ἐπιτάξ, ἄλλῳ παρακείμενος ἄλλος [ἀστήρ]», Άρατος)
2. αμέσως, παρευθύς («μὴ ἐπιτὰξ τὰ φάρμακα διδόντ’, ἐὰν μὴ ταῡτα τῇ νόσῳ πρέπῃ», Ευρ.)
3. σύντομα, σε σύντομο χρόνο
4. με διαταγή ή προσυμφωνία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτάξ — in a row indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'πιτάξ — ἐπιτάξ , ἐπιτάξ in a row indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τιθηνίδια — τὰ, Α εορτή τών τροφών στη Σπάρτη κατά την οποία οι τροφοί πήγαιναν τα αγόρια στο ιερό τής Κορυθαλλίας Αρτέμιδος για να τούς προσδώσει γονιμότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τιθήνη «τροφός» + υποκορ. κατάλ. ίδιον / ίδια (πρβλ. επιταξ ίδια)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.